χολεριῶ

χολεριῶ
χολεριάω
suffer from cholera
pres imperat mp 2nd sg
χολεριάω
suffer from cholera
pres subj act 1st sg (attic epic ionic)
χολεριάω
suffer from cholera
pres ind act 1st sg (attic epic ionic)
χολεριάω
suffer from cholera
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • χολεριώ — χολεριῶ, άω, ΝΑ πάσχω από χολέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < χολέρα + κατάλ. ιῶ / ιάω που απαντά σε ρ. που δηλώνουν ασθένεια (πρβλ. ναυτ ιῶ)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”